Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Anchorage Brewing Company: Μπυραματισμοί στην Αλάσκα.



Υβριδίων συνέχεια.  Αυτή τη φορά από την μακρινή Αλάσκα και την ζυθοποιία Anchorage Brewing Company. Η Anchorage ξεκίνησε τη λειτουργία της μόλις το 2011 από έναν έμπειρο ζυθοποιό, τον Gabe Fletcher, που εργαζόταν προηγουμένως σε μια άλλη κορυφαία ζυθοποιία της πόλης του Anchorage, την Midnight Sun.  Ο Gabe Fletcher επικεντρώνοντας τους μπυραματισμούς του στη ζύμωση της μπίρας σε βαρέλια με χρήση βρεττανομύκητα, και “μπολιάζοντας” ουσιαστικά τη βελγική κουλτούρα των sour ales με την αμερικάνικη κυριαρχία των λυκίσκων, κατάφερε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να ανατρέψει τα δεδομένα και να γίνει (κατά το ratebeer) η κορυφαία παγκοσμίως νέα ζυθοποιία για το 2012.

"WHERE BREWING IS AN ART & BRETTANOMYCES IS KING!"

Δύο εξέχουσες δημιουργίες της Anchorage είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τρεις μπυραματιστές στην Τοπική Πάμπ, χάρη, πάλι, στο ανήσυχο πνεύμα του Mr. Local.  Πρώτη στη σειρά ήταν η Galaxy White IPA και στην συνέχεια η Bitter Monk DIPA.  Χαρακτηριστικό και των δύο είναι οι πολύ όμορφες τυπωμένες στο μπουκάλι ετικέτες, ενώ το σήμα κατατεθέν της Anchorage είναι η νιφάδα-λυκίσκος.



Η Galaxy White IPA εντάσσεται στο νεοπαγές υβρίδιο των White IPA, δηλαδή στο πάντρεμα της βελγικής witbier και της αμερικανικής IPA.  Ζυθοποιείται με την προσθήκη λυκίσκων Galaxy, κόλιαντρου, κουμ κουάτ και καρπών πιπεριού.  Η ζύμωση και η ωρίμανση της μπίρας γίνεται σε γαλλικά δρύινα βαρέλια με wit μαγιά, ενώ στο μπουκάλι επαναζυμώνεται με βρεττανομύκητες και μαγιά κρασιού.  Το αλκοόλ της είναι 7% και με μόλις 50 IBU.



Όπως εξηγεί ο Gabe Fletcher, η Galaxy προέκυψε ως λύση της τελευταίας στιγμής, όταν στη διάρκεια ωρίμανσης μιας Belgian Black Ale δεν κατάφερε να βρει ένα συστατικό κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει ολόκληρο το batch σε sour.  Αυτό τον βοήθησε μάλιστα να αυξήσει τα έσοδά του, αφού ο χρόνος παραγωγής της Galaxy είναι 3 μήνες, αντί για 8 που θα ήταν στην μαύρη μπίρα.


Σερβίροντας τη Galaxy στα μεγάλα snifter ποτήρια, ο λευκός αφρός διογκώνεται μέχρι να επέλθει ηρεμία και να αναδειχθεί το θολό κιτρινωπό σώμα. Παρόλο που δεν καταφέρνει να διατηρήσει για πολύ το ανάστημά του, ένα δαχτυλίδι θα μείνει μέχρι τέλους.


Πλησιάζοντας το ποτήρι στη μύτη, ολάκερο μπουκέτο ανθέων αναδύεται. Το άρωμα είναι έντονο και εντυπωσιακό.  Το γιασεμί το αναγνωρίζουμε όλοι μας, ενώ ο Panagiof  διακρίνει και το νυχτολούλουδο.  Τα κιτροειδή φρούτα ακολουθούν με το κουμ κουάτ να δίνει τον τόνο, και τον κόλιανδρο να προσθέτει μια πικάντικη πινελιά. Γενικά υπάρχει και μια γήινη αίσθηση, ίσως λόγω μαγιάς ή βρεττανομύκητα.

Στη γεύση αναμειγνύονται τα άνθη με το κίτρο, ενώ δεν αργεί να έρθει και μια ελαφριά σταβλίλα, η οποία κατά τον Panagiof πάει προς μπαφο-χορταρίλα... Τα τσιμπήματα του λυκίσκου είναι αρκετά smooth και η γεύση γίνεται κάπως πιπεράτη προς το τέλος.

Το σώμα είναι μέτριο και η ενανθράκωση ικανοποιητική προσφέροντας ένα ευχάριστο γαργάλημα στη γλώσσα. Τέλος, η επίγευση είναι φρουτώδης, πικρή, αρκετά dry και διαρκής.

Εν κατακλείδι, η Galaxy είναι μια πολύ ωραία μπίρα που τείνει περισσότερο προς το wit χαρακτήρα παρά προς IPA, διατηρώντας όμως μια πολυπλοκότητα.

Περνώντας στην πιο δυνατή Bitter Monk, οι εντυπώσεις μας παρέμειναν το ίδιο θετικές. Η Bitter Monk έχει υψηλότερο αλκοόλ (9%) από την Galaxy, όπως και βαθμό IBU (100).  Είναι φτιαγμένη με λυκίσκο Apollo και Citra, ενώ έχει περάσει από dry hopping με Citra μέσα στο βαρέλι.  Αποτελεί προϊόν τριπλής ζύμωσης. Αρχικά μέσα σε γαλλικά δρύινα βαρέλια με βελγική μαγιά, ύστερα σε βαρέλια chardonnay με βρεττανομύκητα και τέλος στο μπουκάλι με άλλη μαγιά για φυσική ενανθράκωση. Η ετικέτα δε με τον καλόγερο που καλύπτεται από δρύινο μανδύα είναι χαρακτηριστική.

Remember, anything worth doing is worth over doing


Στο ποτήρι το χρώμα της Bitter Monk είναι θολό πορτοκαλί προς κίτρινο, ενώ ο λευκός αφρός εξαρχής είναι ελάχιστος.  Το άρωμα της είναι αντίστοιχα έντονο με της Galaxy. Εδώ τα εσπεριδοειδή μάλλον κυριαρχούν έναντι των ανθέων.  Την αίσθηση του soupline απέδωσε χαρακτηριστικά ο Panagiof. Εμένα μου έφερνε πάντως μεταξύ tripel και saison, με τη μαγιά και τα γήινα στοιχεία να περιπλέκουν ακόμα περισσότερο το άρωμα.


Η γεύση της είναι εξίσου απολαυστική.  Τα εσπεριδοειδή προς τροπικά φρούτα γεμίζουν το στόμα, ενώ δείχνει σαφώς πιο γλυκιά από την Galaxy. Η πικρίλα των λυκίσκων είναι ήπια και μπαίνει σταδιακά. Όσο ζεσταίνεται βγάζει απαλά την αναμενόμενη σταβλίλα και ίσως μπορεί να αντιληφθείς στοιχεία από τα βαρέλια chardonnay.

Το σώμα της είναι μέτριο, ενώ η ενανθράκωση δημιουργεί μια ευχάριστη αίσθηση στο στόμα. Η επίγευση είναι πικρή, φρουτώδης και dry.



Πραγματικά μια εξαιρετική και ευκολόπιοτη μπίρα, που όμως δεν σου φέρνει καθόλου προς double IPA.  Αν και ο Fugitive εξέφρασε άμεσα την προτίμησή του υπέρ της Galaxy, εγώ τελικά, όπως και ο Panagiof, έμεινα εντυπωσιασμένος και από τις δύο δημιουργίες του Gabe Fletcher χωρίς να μπορώ εύκολα να ταχθώ υπέρ της μίας ή της άλλης. Μια καλή δικαιολογία, δηλαδή, για να τις αναζητήσω πάλι με τη πρώτη ευκαιρία.  

1 σχόλιο:

  1. Πολύ καλή παρουσίαση ρε Θωμά. Δυστυχώς εγω δεν κατάφερα να ρθω να σας κάνω παρέα αλλα ανταποδώσατε με τον καλύτερο τροπο. Η Anchorage μου φενεταο οτι ταιριάζει γαντι στο blog μας ... πολύ μπυραματισμός ρε παιδί μου!!
    Το LOCAL και ο Φώτης έφερε για ακόμη μια φορά πολύ απίστευτες ετικέτες ... νομίζω οτι εχει βάλει σκοπό να μας βγάλει off :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή